ἀλαλά

ἀλαλά
Grammatical information: interj.
Meaning: cry of war (Pi.)
Other forms: Also ἀλαλαί (Ar.), as pl. subst. `(war)cries, shouting' (Pi.).
Derivatives: ἀλαλητός m. `(war)cry, cry of fear, victory' (Il.); improb. Leumann, Hom. W. 211 (from ἀλάλημαι).
Origin: Onom. [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Primary interjection, elementary cry, like Skt. alalā-bhávant- (RV, `making cheerful', of water). S. Theander Eranos 15, 98ff., Kretschmer Glotta 9, 228ff. Compare ἐλελεῦ, ὀλολύζω.
Page in Frisk: 1,63

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀλαλά — ἀλαλά̱ , ἀλαλή loud cry fem nom/voc/acc dual ἀλαλά̱ , ἀλαλή loud cry fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαλά — Μυθολογικό πρόσωπο, κόρη του Πολέμου. Συμβόλιζε την πολεμική κραυγή αλαλά που φώναζαν οι αρχαίοι πολεμιστές όταν έκαναν επίθεση ή για να εμψυχώνονται στη μάχη. Από την κραυγή αυτή προέρχονται και οι λέξεις αλαλαγή ή αλαλαγμός. * * * ἀλαλὰ (Α) 1.… …   Dictionary of Greek

  • ἄλαλα — ἄλαλος speechless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαλᾶι — ἀλαλᾷ , ἀλαλάω make dumb pres subj mp 2nd sg ἀλαλᾷ , ἀλαλάω make dumb pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀλαλᾷ , ἀλαλάω make dumb pres subj act 3rd sg ἀλαλᾷ , ἀλαλάω make dumb pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀλαλᾷ , ἀλαλάζω raise the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαλᾶς — ἀλαλᾶ̱ς , ἀλαλάω make dumb pres ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀλαλᾶ̱ς , ἀλαλάζω raise the war cry fut ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀλαλή loud cry fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαλατός — ἀλαλᾱτός , ἀλαλητός shout of victory masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαλάν — ἀλαλά̱ν , ἀλαλή loud cry fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαλή — ἀλαλὴ και ἀλαλά, η (Α) 1. δυνατή κραυγή 2. πολεμική κραυγή 3. ιαχή τής μάχης και η ίδια η μάχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ουσιαστικό ἀλαλή, που είναι αττ. τ. τού αντίστοιχου δωρ. ἀλαλά, προήλθε από χρήση του επιφωνήματος ἀλαλὰ* ως ουσιαστικού] …   Dictionary of Greek

  • αλαλαί — ἀλαλαὶ και ἀλαλαλαὶ (Α) 1. επιφώνημα χαράς. 2. ως ουσ. βλ. ἀλαλά. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού επιφωνήματος ἀλαλά*] …   Dictionary of Greek

  • оле — межд. удивления, укр. оле!, ст. слав. оле (Супр.), болг. оле, олеле ой!; ура! (Младенов 379), сербохорв. ле̏ле увы!, горе! . Вероятно, из *о ле или *е ле, с частицей lе (подобно еле), словен. lè только, лишь, однако (же) , польск. lе, наряду с… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Alala — Alala, ( el. Ἀλαλά), was the female personification of the war cry in Greek mythology. She was the daughter of Polemos. [ [http://www.theoi.com/Daimon/Alala.html Theoi Project: Alala] ALALA was the spirit (daimona) of the war cry. She was a… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.